Σάββατο 14 Μαΐου 2016

Μόλις σβήσει η οικογένεια θα σβήσει ο κόσμος Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης Όταν κάποτε ρώτησε τον Γέροντα ένας καθηγητής αν πρέπει να νηστεύουμε τα παιδιά, του έδωσε την εξής απάντηση: «Δεν πρέπει να νηστεύετε τα μικρά παιδιά. Όταν κάθεστε στο τραπέζι για φαγητό σε ήμερες νηστείας, θα τους λέτε: Βλέπετε, εμείς οι γονείς σας τρώμε νηστίσιμο, ενώ εσείς όχι. Δεν σας δίδαμε νηστίσιμα, γιατί έχετε ανάπτυξη».

Μόλις σβήσει η οικογένεια θα σβήσει ο κόσμος


Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης


Όταν κάποτε ρώτησε τον Γέροντα ένας καθηγητής αν πρέπει να νηστεύουμε τα παιδιά, του έδωσε την εξής απάντηση:

«Δεν πρέπει να νηστεύετε τα μικρά παιδιά. Όταν κάθεστε στο τραπέζι για φαγητό σε ήμερες νηστείας, θα τους λέτε: Βλέπετε, εμείς οι γονείς σας τρώμε νηστίσιμο, ενώ εσείς όχι. Δεν σας δίδαμε νηστίσιμα, γιατί έχετε ανάπτυξη».

Απάντηση πολύ έξυπνη και παιδαγωγικά ορθή. Κι αυτό, γιατί όταν το παιδί μεγαλώσει θα πει: Αφού δεν έχω πια ανάπτυξη, πρέπει να νηστεύω όπως οι γονείς μου.

Ό Γέροντας πίστευε πολύ στη δύναμη της οικογενειακής αγωγής. Έλεγε: «Μία είναι η αξία της ζωής, η οικογένεια.

Μόλις σβήσει η οικογένεια, θα σβήσει ο κόσμος. Δείχνε αγάπη και πέρα από την οικογένεια σου. Αν είσαι συνταξιούχος, αφιέρωνε λίγο χρόνο και λίγο χρήμα, για να βοηθήσεις τα απροστάτευτα παιδιά μιας διαλυμένης οικογένειας.

Όταν χαλάσει η οικογένεια, θα χαλάσει και ο κλήρος και ο μοναχισμός και όλα». Σε ερώτηση, Τι πρέπει να γίνει όταν οι γονείς δεν συμφωνούν στη χριστιανική ανατροφή των παιδιών τους, έδωσε την εξής απάντηση:

«Το αυτοκίνητο έχει φρένα και ταχύτητες. Δεν δουλεύει μόνο με τα φρένα ή μόνο με τίς ταχύτητες. Αυτό μπορεί να συμβεί και με τους γονείς: Ό ένας να σπρώχνει και ο άλλος να φρενάρει, οπότε δημιουργείται ισορροπία».

Πράγματι, αν δεν υπάρχει ισορροπία των αντίρροπων δυνάμεων μέσα στην οικογένεια, όλα θα καταρρεύσουν.

Πηγή: (Από το βιβλίο «Λόγοι Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου A»), Ελλάς- Ορθοδοξία

Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

ΕΓΚΥΚΛΙΟΝ ΣΗΜΕΙΩΜΑ 876/540/Ἐν Χίῳ τῇ 18ῃ Ἀπριλίου 2016 (Παγχιακῆς Πανηγύρεως τοῦ Ἁγίου, ἐνδόξου Μεγαλομάρτυρος ΙΣΙΔΩΡΟΥ)

ΕΓΚΥΚΛΙΟΝ ΣΗΜΕΙΩΜΑ 876/540/Ἐν Χίῳ τῇ 18ῃ Ἀπριλίου 2016 (Παγχιακῆς Πανηγύρεως τοῦ Ἁγίου, ἐνδόξου Μεγαλομάρτυρος ΙΣΙΔΩΡΟΥ)

E-mail Εκτύπωση PDF
LOGOTYPO

Ἐν Χίῳ τῇ 18ῃ Ἀπριλίου 2016
Μνήμη Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Ἰσαύρου
         Πρωτ. 876
Ἀ­ριθμ.
         Δι­εκπ. 540

ΕΓΚΥΚΛΙΟΝ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Π ρ ό ς
Τόν Ἱερόν Κλῆρον
τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως
Τελουμένης τῷ Σαββάτῳ 14ῃ Μαΐου 2016 τῆς Παγχιακῆς Πανηγύρεως τοῦ Ἁγίου, ἐνδόξου Μεγαλομάρτυρος ΙΣΙΔΩΡΟΥ, τοῦ καί Πρωτομάρτυρος τῆς Χίου, παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, ὅπως προσέλθητε εἰς τόν Ἱερόν Μητροπολιτικόν Ναόν Χίου, τήν Παρασκευήν 13ην Μαΐου ἐ. ἔ., ὥραν 5.45’ μ. μ., διά νά συμμετάσχητε εἰς τόν Ἀρχιερατικόν Ἑσπερινόν καί τήν ἀνά τήν πόλιν τῆς Χίου  πάνδημον Λιτάνευσιν τοῦ Ἱεροῦ Λειψάνου καί τῆς Εἰκόνος τοῦ Ἁγίου, φέροντες μεθ’ ὑμῶν αὐτῶν Ἐπιτραχήλιον καί Φαιλόνιον, εἰ δυνατόν χρώματος κοκκίνου.
Ἐπίσης, παρακαλοῦμεν, ὅπως ἐνημερώσητε τούς ἐνορίτας ὑμῶν τήν Κυριακήν 8ην Μαΐου περί τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς Ἱερᾶς Μνήμης τοῦ Ἁγ. Ἰσιδώρου εἰς τόν Ἱερόν Μητροπολιτικόν Ναόν Χίου κατά τήν 13ην καί 14ην Μαΐου καί προτρέψητε αὐτούς, ὅπως συμμετάσχουν εἰς τήν Ἱ. Πανήγυριν τοῦ Πρωτομάρτυρος τῆς Νήσου ἡμῶν.

Ἐντολῇ τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου
Ὁ Γενικός Ἀρχιερατικός Ἐπίτροπος
+Πρωτοπρ. Δημήτριος Κ. Γεόμελος 
ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ Ι.Μ.ΧΙΟΥ ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

Πρώτη μου φορά μίλησα στήν Παναγία! Ἔδειχνε κουρασμένη ἡ κυρία Στέλλα. Τρεῖς μῆνες στὸ ἴδιο κρεβάτι τοῦ δίκλινου θαλάμου τοῦ μεγάλου Νοσοκομείου. Ἂν εἶχε στόμα νὰ μιλήσει τὸ κρεβάτι της, δὲν θά ’φταναν ὧρες νὰ διηγεῖται τοὺς πόνους καὶ τὰ βογγητά της…

Πρώτη μου φορά μίλησα στήν Παναγία!


Ἔδειχνε κουρασμένη ἡ κυρία Στέλλα. Τρεῖς μῆνες στὸ ἴδιο κρεβάτι τοῦ δίκλινου θαλάμου τοῦ μεγάλου Νοσοκομείου. Ἂν εἶχε στόμα νὰ μιλήσει τὸ κρεβάτι της, δὲν θά ’φταναν ὧρες νὰ διηγεῖται τοὺς πόνους καὶ τὰ βογγητά της…

–Ἄχ, Θέ μου, πότε θὰ πάρω κι ἐγὼ τὸ ἐξιτήριο νὰ πάω στὸ σπιτάκι μου, στοὺς δικούς μου! Ὅσες ἄρρωστες ἦρθαν στὸ διπλανὸ κρεβάτι δὲν ἔμειναν πάνω ἀπὸ μιὰ βδομάδα, κι ἐγὼ κλείνω σήμερα ἐδῶ μέσα τρεῖς μῆνες! Σχώρα με, Θέ μου, δὲ γογγύζω, μὰ κουράστηκα. Γι’ αὐτὸ τὰ λέω σὲ σένα ποὺ σὲ νιώθω πατέρα μου στοργικό.
Πρὶν ἀποσώσει καλά – καλὰ τὶς σκέψεις της, φέρνουν μ’ ἕνα φορεῖο στὸ θάλαμο μιὰ φρεσκοχειρουργημένη νεαρὴ κοπέλα, ποὺ τὴν συνόδευε ἕνας νεαρός. Καὶ οἱ δυό τους εἶναι κατατρυπημένοι μὲ σκουλαρίκια καὶ γεμάτοι μὲ ἀνατριχια­στικὰ τατουάζ. Ἀπὸ ὅ,τι δείχνουν φαίνεται ἀρκετὰ δύσκολο νὰ ἐπικοινωνήσει κανεὶς μαζί τους.

Τὸ πρῶτο εἰκοσιτετράωρο ἦταν πολὺ δύσκολο γιὰ τὴ νέα. Οἱ συνοδοὶ τῆς κυρίας Στέλλας πολὺ διακριτικὰ προσπαθοῦσαν νὰ τὴν βοηθήσουν σὲ κάθε της ἀνάγκη.
Τὸ δεύτερο βράδυ ὁ ἄπειρος καὶ κατάκοπος νεαρὸς συνοδός της βγῆκε ἀπὸ τὸν θάλαμο νὰ ξεκουραστεῖ, μὰ ἄργησε πολὺ νὰ ἐπιστρέψει. Τότε ἡ­ ­κοπέλα, ἡ Ναταλία, ξέσπασε. ­Ἐκνευρίστηκε κι ἄρ­χισε νὰ μονολογεῖ μὲ ἀναφιλητά:
–Εἶ­μαι μόνη! Εἶμαι δυστυχισμένη! Δὲν μὲ νοιάζεται κανείς! Τί τὴν θέλω τέτοια ζωή; Φο­βᾶμαι! Δὲν θέλω νὰ ζήσω! Καλύτερα νὰ πεθάνω! Δὲν μπορῶ νὰ ζήσω!
Κάποια στιγμὴ κουράστηκε καὶ ἡσύχασε ἀναστενάζοντας ποῦ καὶ ποῦ βαριά.
Ἡ ἀποκλειστικὴ νοσηλεύτρια τῆς Στέλλας πλησίασε προσεκτικὰ τὴν κοπέλα καὶ τῆς ἔπιασε τὸ χέρι. Ἡ κυρία Στέλλα, ποὺ τὴν ἄκουγε δακρυσμένη καὶ προσ­ευ­χόταν, πῆρε τὴν ἀπόφαση καὶ τῆς εἶ­­­­­πε ἁπαλά:
–Ναταλία μου, εἶμαι μάνα καὶ πονάω μαζί σου. Δὲν ἀντέχω νὰ σὲ βλέπω νὰ ὑ­­­­ποφέρεις, παιδί μου. Κάνε λίγη ὑπομονή, σὲ παρακαλῶ. Θὰ περάσουν τὰ δύσ­κολα! Θέλεις νὰ μ’ ἀκούσεις; Μπορεῖς;
Ἡ Ναταλία αἰφνιδιασμένη κάρφωσε τὰ ὀργισμένα μάτια της στὴν ἄλλη ἄρρωστη καὶ περίμενε…
–Ἐσύ, Ναταλία μου, φαίνεσαι δυναμι­κὸς ἄνθρωπος. Καὶ ξέρεις… οἱ ­δυνατοὶ μὲ τὶς δυσκολίες γίνονται δυνατότεροι. Ἔ­­­­­­­­­­χεις μέσα σου πολλὲς ­ἀνεξερεύνητες δυνάμεις. Ἀνακάλυψέ τες καὶ βγάλε ὠ­­­­φέλεια ἀπὸ τὴ μεγάλη δυσκολία σου στὴν ὁποία βρίσκεσαι τώρα. Μὴν ἀφήνεις ἀνεκμετάλλευτη αὐτὴν τὴν εὐκαιρία. Μὴν ἀφήνεσαι, παιδί μου. Ἐσὺ θὰ βοηθήσεις τὸν ἑαυτό σου. Μπορεῖς!…


Ὅση ὥρα μιλοῦσε ἡ Στέλλα, ὁ θυμὸς ὑποχωροῦσε ἀπὸ τὴ Ναταλία καὶ ἠρεμοῦσε τὸ πρόσωπό της. Ζήτησε μάλιστα ἀπὸ τὴν Ἀποκλειστικὴ νὰ τῆς ἀνασηκώσει τὸ κεφάλι, γιὰ νὰ βλέπει καλύτερα τὴ Στέλλα. Καὶ ἡ Στέλλα, ξεθαρρεύοντας περισσότερο, συνέχισε:
–Ἂν δὲν σὲ κούρασα, παιδί μου, ἐπίτρεψέ μου νὰ σοῦ πῶ καὶ κάτι ἀκόμη. Δὲν εἶσαι μόνη! Οἱ ἄνθρωποι δὲν πρέπει νὰ νιώθουμε μόνοι, ἐκτὸς βέβαια ἐὰν ἐπιλέγουμε νὰ εἴμαστε μόνοι. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουμε Πατέρα τὸν πανάγαθο καὶ παν­τοδύναμο Θεό. Ἔχουμε Μητέρα γλυκύτατη τὴν Παναγία μας. Ζοῦμε μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς θεϊκῆς ἀγάπης.


Τόσες καὶ τόσες θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις αὐτῆς τῆς ἀγάπης γίνονται γνωστὲς καθημερινὰ καὶ γεμίζουν φῶς καὶ ἐλπίδα τὸν κόσμο. Ἐγὼ ποὺ μὲ βλέπεις, Ναταλία μου, πῆγα στὸν ἄλλο κόσμο καὶ γύρισα. Δὲν θὰ ζοῦσα τώρα. Ἡ ἀγάπη ὅμως τῆς Παναγίας, τὴν ὁποία παρακάλεσαν γιὰ μένα πολλοὶ γνωστοί μου, μὲ ἔσωσε. Οἱ ἄρρωστοι βλέπουν συνέχεια ἐδῶ στὸ Νοσοκομεῖο αὐτὸ τὴν Παναγία μας νὰ θαυματουργεῖ. Νὰ μιλᾶς καὶ σὺ μὲ τὴν Παναγία, νὰ τῆς λὲς ὅλα τὰ προβλήματά σου. Θὰ σ’ ἀκούει μὲ στοργή.


Ἡ Ναταλία τὴν ἄκουγε σιωπηλὴ μὲ ὀρ­θάνοιχτα μάτια. Ἕνας νέος ψυχικὸς κόσμος, ἄγνωστος ὣς τότε, γεννήθηκε μέ­σα της.


Τὸ πρωὶ μὲ τὸ ἐξιτήριο στὸ χέρι ὁ συν­οδὸς τῆς Ναταλίας, χαρούμενος διότι ἔ­­­φευγαν καὶ προπάντων διότι τὴν ἔβλεπε ἤρεμη, στάθηκε μαζί της κι αὐτὸς δίπλα στὸ κρεβάτι τῆς κυρίας Στέλλας κι ἄκουγε τὴ Ναταλία:
–Ἀπόψε, κυρία Στέλλα, ἔζησα μαγικά! Ἀσχολήθηκες μαζί μου. Μοῦ εἶπες ὅτι ἔχω ἀξία καὶ δύναμη. Μοῦ ἔδειξες ἀγάπη. Μοῦ γνώρισες τὴν Παναγία. Ὅλη τὴ νύχτα μιλοῦσα μαζί της. Πρώτη μου φορὰ μίλησα στὴν Παναγία. Ξαλάφρωσα. Ξέρετε, δὲν ἔχουμε γονεῖς. Μεγαλώσαμε σὲ Ὀρφανοτροφεῖο. Δράμα ἡ ζωή. Ἐγὼ ποτέ μου δὲν πήγαινα στὴν ἐκκλησία. Τώρα βλέπω δρόμο μὲ φῶς. Τὴ νύχτα ἡ Ἀποκλειστικὴ μοῦ εἶπε καὶ γιὰ τὸν καλὸ ἱερέα ποὺ ὑπάρχει ἐδῶ στὸ Νοσοκομεῖο καὶ μὲ παρακίνησε νὰ ἐξομολογηθῶ. Θὰ γίνει κι αὐτό, σᾶς τὸ ὑπόσχομαι. Τὸ τηλέφωνό μου τὸ ἔχει ἡ Ἀποκλειστική. Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ ὅ,τι κάνατε γιὰ μένα, κυρία Στέλλα, πρόσθεσε δακρυσμένη.
–Εὐχαριστοῦμε πολύ, συμπλήρωσε σο­­βαρὰ κι ὁ νεαρὸς κι ἔφυγαν κι οἱ δυό τους ἤρεμοι.
Συγκινημένη ἡ κυρία Στέλλα μονολογεῖ στὴν ἡσυχία τοῦ θαλάμου της: «Ἂν ἔ­­­­φευγα νωρίτερα, πάνσοφε Κύριε, δὲν θὰ ἔνιωθα τὴν ἀγαλλίαση ποὺ πλημμυρίζει τώρα τὴν καρδιά μου. ­Δοξασμένο τὸ ἅγιο ὄνομά Σου. Φώτισε καὶ ­ὁδήγησε στὸ δρόμο Σου κι αὐτὰ τὰ παιδιά Σου. Θὰ κάνω κι ἐγὼ γι’ αὐτὰ ὅ,τι μπορῶ γιὰ νὰ Σὲ γνωρίσουν καλύτερα. Ἀνοίγει ὡ­­­ραῖος ἀγώνας ἐμπρός μου. Μὲ ­εὐχαριστεῖ πολὺ αὐτὸς ὁ ἱερὸς ἀγώνας γιὰ τὴν ψυχικὴ ­βοήθεια τῶν ­συνανθρώπων μου. Βοήθησέ με, Πανάγαθε καὶ ­Παντοδύνα­με! Θέλω νὰ γνωρίσουν κι ἄλλοι τὴν ἀγάπη Σου!».


Πηγή: Αγάπη εν Χριστώ

Η μυρωδιά του λιβανιού Ήταν πολύ κουραστικό αυτό το ταξίδι. Είχε, εξάλλου, πολύ καιρό να το κάνει. Θυμόταν τον εαυτό του στο Λύκειο, όταν πήγε να επισκεφτεί για τελευταία φορά τη γιαγιά του, την κυρα-Θοδόσαινα στα Τρόπαια της Γορτυνίας.

Η μυρωδιά του λιβανιού


Ήταν πολύ κουραστικό αυτό το ταξίδι. Είχε, εξάλλου, πολύ καιρό να το κάνει. Θυμόταν τον εαυτό του στο Λύκειο, όταν πήγε να επισκεφτεί για τελευταία φορά τη γιαγιά του, την κυρα-Θοδόσαινα στα Τρόπαια της Γορτυνίας.

Και τώρα, τριτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής, να που ξαναπαίρνει τον ίδιο δρόμο. Τι τον έκανε να φύγει από την Αθήνα, τη «Βαβυλώνα τη μεγάλη»; Ούτε και ο ίδιος ήξερε.
Πάντως ένα είναι σίγουρο, πως πνιγόταν. Πνιγόταν από τους φίλους, τα μαθήματα, τους γονείς, απ’ όλους. Ένιωθε πως κανείς δεν τον καταλάβαινε, κανείς δεν μπορούσε να γίνει κοινωνός στην αναζήτησή του για πλέρια αλήθεια και γνησιότητα. Κι αυτή ακόμη η χριστιανική του παρέα τον έπνιγε.
Όλοι τους ήταν τακτοποιημένοι, όλοι τους είχαν ταμπουρωθεί πίσω από κάποιες συνταγές, κάποιες ρετσέτες σωτηρίας και δεν έλεγαν να κουνηθούν από ‘κει. Μα αυτός... Αυτός ήταν διαφορετικός.


Δεν βολευόταν σε σχήματα και σε κουτάκια. Ήθελε να βιώσει τον Χριστιανισμό αληθινά, όχι κίβδηλα. Να μπει στο νόημα παρευθύς και όχι να καμαρώνεται τον ευσεβή. Εξάλλου, του φαινόταν τόσο απλοϊκό και ανόητο να υιοθετήσει μια τυποκρατική και ευσεβιστική χριστιανική βιωτή τη στιγμή που η ίδια του η επιστήμη, αλλά και η έμφυτη τάση του γι’ αναζήτηση, για ψάξιμο και ψηλάφηση του αληθινού τον ωθούσε προς μια άλλη ζωή.
Μα, πόσο δύσκολο ήταν, Θεέ μου! Πόσο βασανιζόταν! Κάποια στιγμή ένιωσε πως είχε φτάσει στο απροχώρητο. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει...

- Πάω στη γιαγιά μου στα Τρόπαια, φώναξε μια μέρα στο σπίτι και αφήνοντας πίσω του φωνές για μαθήματα και εξετάσεις, μήτε ο ίδιος ξέρει πότε, βρέθηκε στο λεωφορείο.

Και να που ζύγωνε στο σπίτι της γιαγιάς του. Ντάλα ο ήλιος πάνω από το κεφάλι του κι από παντού να ‘ρχονται χίλιες ευωδιές από την ανοιξιάτικη, αρκαδική φύση. Δεν πρόλαβε όμως ο άμοιρος να ρουφήξει λίγο βουνίσιο αέρα, όταν ακούστηκε η γνώριμη τσιριχτή φωνή της γειτόνισσας:

- Μαριγώωωω! Τρέξε καλέ, ήρθε ο Αλέκος! Την επόμενη στιγμή είδε να ξεπροβάλλει από το πλινθόκτιστο σπιτάκι η γιαγιά του σκουπίζοντας τα παχουλά της χέρια στην ποδιά της και λέγοντας:

- Καλώς τον πασά μου, καλώς τον γιόκα μου, καλώς ήρθες, Αλέκο μου! Κι αμέσως βρέθηκε στην αγκαλιά της. Τι ήταν αυτό; Σα να μπήκε σε λιμάνι απάνεμο, σα να του ‘φυγε όλη η αντάρα του μυαλού του. Ξαφνικά άδειασε και την αγκάλιασε κι αυτός.

- Καλώς σε βρήκα, γιαγιά.
- Κόπιασε, γιέ μου, να ξαποστάσεις.

Μόλις μπήκε στο χαμηλοτάβανο σπιτάκι, τον συνεπήρε η μυρωδιά της σπανακόπιτας και του λιβανιού. Σίγουρα η γιαγιά είχε φουρνίσει από το πρωί ακόμη και είχε λιβανίσει το σπίτι τρεις- τέσσερις φορές.

- Πάλι λιβάνι γιαγιά;
- Α! Όλα κι όλα, άμα δεν κάνω τα θεοτικά μου τρεις φορές την ημέρα, δεν μπορώ να κοιμηθώ.
- Και σαν τι λες;
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Ό,τι λέει η Σύνοψη.
- Και τα εννοείς;
- Γιέ μου, αυτά είναι μυστήρια του Θεού, ποιος να τα εννοήσει; Αλλά μη γνοιάζεσαι, σα δεν καταλαβαίνω εγώ, νογά ο Θεός και βλέπει τον κόπο μου, νογά κι ο Διάολος και καίγεται.
- Χμ, καλά τα λες, είπε συγκαταβατικά.

- Στάσου, να σου φέρω λίγη σπανακόπιτα, μόλις την έβγαλα από το φούρνο. Κι έφυγε αμέσως για την κουζίνα, το βασίλειό της. Ο Αλέκος έμεινε μόνος του στο καθιστικό. Αισθανόταν άνετα και ζεστά εκεί, μολονότι ήξερε πως, εάν έκανε τη ζωή της γιαγιάς του σε τούτο το χωριό, σίγουρα θα τρελαινόταν. Η καημένη! Δεν ήξερε πολλά γράμματα, αλλά το Ευαγγέλιο δεν έλεγε να το αφήσει από τα χέρια της. Μέρα – νύχτα το διάβαζε.
Όταν λέει «γιαγιά Μαριγώ» του ‘ρχεται πάντα η ίδια εικόνα στο μυαλό: Μια γριούλα παχουλή, με σφιχτοδεμένο κότσο να κάθεται στην πολυθρόνα και να διαβάζει το Ευαγγέλιο ψιθυριστά. Δυστυχώς, η γιαγιά δεν ήξερε τίποτα από Φιλοσοφία. Θυμάται μια φορά που της ανέφερε τον Heidegger. Τον κοίταξε με τρόμο στα μάτια και είπε:

- Παναγιά μου, οι Γερμανοί, ο Θεός να φυλάει την Ελλάδα μας! Η καημένη ήταν αδαής. Δεν αναζητούσε καμιά αλήθεια. Δεν σκοτιζόταν για καμιά ψυχολογική σχολή. Ο Αλέκος έριξε μια ματιά στον τοίχο, αμέτρητες εικόνες. Η γιαγιά είχε μαζέψει όλους τους Αγίους της οικογένειας. Κι όμως αρκούσε ένας σταυρός.

- Γιαγιά, τι τις θες τόσες εικόνες;

- Μνήσθητί μου, Κύριε! Και πώς θα παρακαλέσω τον Αγιαλέξανδρο, σαν δεν έχω την εικόνα του; Άσε το άλλο, κάθε φορά που γιορτάζει Άγιος με εικόνα, το σπίτι έχει πανηγύρι. Άσε όμως αυτά, πες μου τα δικά σου, παλικάρι μου.

Και τότε, άγνωστο γιατί, ο Αλέκος άνοιξε την καρδιά του όπως δεν την είχε ανοίξει ποτέ, ούτε στον πνευματικό του, ούτε και στους γέροντες στο Άγιο Όρος όπου βρισκόταν συχνά – πυκνά. Της είπε για τις αγωνίες του, τη βασανιστική του πορεία για ανεύρεση της αλήθειας, την προσπάθεια ελευθερώσεως του εαυτού του από τα δεσμά της συμβατικότητας και του ηθικισμού, ώστε να ‘ρθει σε κοινωνία αληθινή με το πρόσωπο του πλησίον.
Της είπε ακόμη για την αδυναμία του να σταθεί μπροστά στο Θεό χωρίς τη μάσκα του ευσεβή που τον στοιχειώνει από τα παιδικά του χρόνια. Της είπε, της είπε, της είπε... και τι δεν της είπε. Ακολούθησε μια μεγάλη παύση. Η κυρα-Θοδόδαινα έκανε τον σταυρό της αργά – αργά και είπε:

- Μνήσθητί μου, Κύριε! Δεν κατάλαβα γρι. Μπερδεμένα μου τα λες, ματάκια μου. Και θαρρώ πως τα ‘ χεις και στο μυαλό σου μπερδεμένα. Ευαγγέλιο διαβάζεις;
- Ορίστε;
- Εκκλησία πας;
- Δεν καταλαβαίνω...
- Την προσευχή σου την κάμεις;
- Τι εννοείς, γιαγιά;
- Τον πλησίον σου τον συντρέχεις;
- Θαρρώ πως δε με κατάλαβες.

- Αχ παιδάκι μου, εσύ δεν εννοείς να καταλάβεις πως τα πράγματα του Θεού είναι απλά. Δε χρειάζονται πολλές θεωρίες μήτε αξημέρωτες συζητήσεις. Μονάχα τούτο χρειάζεται, να ξαστερώσεις από τις φιλοσοφίες και να πιαστείς από το ρούχο του Χριστού σαν εκείνη τη γυναίκα στο Ευαγγέλιο, να δεις πως τι λένε... την ξέχασα, δεν πειράζει. Τα άλλα όλα θα τα κανονίσει ο Χριστός. Είναι δικές του δουλειές. Άσε Τον. Ξέρει τι κάνει.

Δεν κάθισε πολύ στα Τρόπαια, στο σπίτι της γιαγιάς του. Μια – δυο μέρες. Ήταν αρκετές. Είδε πράγματα που θα τον συνόδευαν για πολύ καιρό. Είδε τη γιαγιά του να κάνει ατελείωτες μετάνοιες. Την είδε να συντρέχει τη χήρα με τα τρία βυζανιάρικα παιδιά. Την είδε να μαζεύει στο σπίτι της κάθε λογής κουρασμένο στρατοκόπο και να αποθέτει στα χέρια των φτωχών ολάκερη τη σύνταξη του μακαρίτη.
Την είδε να κοινωνά την Κυριακή και να λάμπει σαν τον ήλιο όλη τη μέρα. Μυστήρια του Θεού! Σαν έφυγε με το λεωφορείο για την Αθήνα στριμωγμένος σ ‘ ένα κάθισμα κρατώντας κεφτεδάκια (πεσκέσι της γιαγιάς) σκεφτόταν όσα έζησε τούτες τις λίγες μέρες. Μια μυρωδιά λιβανιού του 'ρθε στη μύτη και μια φωνή να του υπενθυμίζει: «Τα πράγματα του Θεού είναι απλά».

- Λες να 'ναι έτσι; Μνήσθητί μου, Κύριε!

Πηγή: Αγάπη εν Χριστώ

Δευτέρα 9 Μαΐου 2016

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΘΩΜΑ 2016 ICXCNIKA Ἀριθμὸς 19 Κυριακή τοῦ Θωμᾶ 5 Μαΐου 2016 (Ἰ¬ω¬άν. κ΄, 19-31) Ἀδελφοί μου, Χριστὸς Ἀνέστη! Ὁ νικητὴς τοῦ Ἅδη καὶ τοῦ θανάτου, κρατῶντας τὰ κλειδιὰ ἀπὸ τὶς πύλες του, μὲ τὴν Ἀνάστασή Του μεταβάλλει τὸν Ἅδη σὲ παράδεισο καὶ τὴν γῆ σὲ οὐρανὸ καὶ ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν ἔρχεται νὰ ἐμφανισθεῖ πρὸς τοὺς μαθητές Του.

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΘΩΜΑ 2016


ICXCNIKA
Ἀριθμὸς 19
Κυριακή τοῦ Θωμᾶ
Μαΐου 2016
(Ἰ¬ω¬άν. κ΄, 19-31)
Ἀδελφοί μου, Χριστὸς Ἀνέστη!
Ὁ νικητὴς τοῦ Ἅδη καὶ τοῦ θανάτου, κρατῶντας τὰ κλειδιὰ ἀπὸ τὶς πύλες του, μὲ τὴν Ἀνάστασή Του μεταβάλλει τὸν Ἅδη σὲ παράδεισο καὶ τὴν γῆ σὲ οὐρανὸ καὶ ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν ἔρχεται νὰ ἐμφανισθεῖ πρὸς τοὺς μαθητές Του.
«Οὔσης, λοιπόν, ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ λέγει αὐτοῖς, εἰρήνη ὑμῖν». Ἐμφανίζεται τὴν ἴδια ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεώς Του στοὺς φοβισμένους μαθητές Του «χαροποιῶν αὐτούς», χαρίζοντάς Τους «ἀφοβία καὶ εἰρήνη».
Κεντρικὸ πρόσωπο τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς ποὺ ἀκούσαμε σήμερα εἶναι ὁ Θωμᾶς, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ σημερινὴ Κυριακὴ μᾶς εἶναι γνωστὴ ὡς Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ. Ὁ Θωμᾶς εἶναι ὁ μαθητὴς ὁ ὁποῖος «οἰκονομικῶς» δὲν ἦταν μεταξὺ τῶν μαθητῶν, «ὅτε ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς». Ὅταν ἐπέστρεψε στὴ συντροφιὰ τῶν Ἀποστόλων, οἱ λοιποὶ τοῦ ἀνήγγειλαν περιχαρεῖς τὸ γεγονὸς τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Ἀναστημένου Διδασκάλου. Αὐτὸς ὅμως ἀρνεῖται νὰ πιστέψει· «Ἐὰν μὴ ἴδω … οὐ μὴ πιστεύσω».
Δὲν πείθεται ἄπ᾿ ὅσες λεπτομέρειες διηγοῦνται οἱ ἄλλοι μαθητές. Ἐπιμένει στὴν ἄρνησή του, ζητεῖ ἀποδείξεις. Ζητεῖ νὰ δεῖ ὅ,τι εἶδαν καὶ οἱ ἄλλοι. Ζητεῖ ἀκόμα καὶ νὰ ψηλαφήσει τὸν Κύριο. Καλοπροαίρετη εἶναι ἡ ἀπιστία του. Δὲν εἶναι ὁ Θωμᾶς ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ δὲν θέλουν νὰ πιστέψουν. Εἶναι ἄπιστος, γιατί ὁ νοῦς του δὲν ἔχει τὴ δύναμη νὰ παραδεχθεῖ τὸ θαῦμα. Προσδοκᾶ μία νέα ἐπανεμφάνιση τοῦ Ἰησοῦ. Καὶ ὁ Χριστὸς ἱκανοποιεῖ τὴν προσδοκία του. Ἐπανεμφανίζεται σήμερα καὶ μπροστὰ στοὺς λοιποὺς μαθητὲς καλεῖ τὸν Θωμᾶ νὰ Τὸν ψηλαφήσει. Ὅμως αὐτὸς δὲν τολμᾶ. Πιστεύει, βεβαιώνεται καὶ ἀναφωνεῖ «ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Μιὰ πρωτότυπη ἀπιστία ποὺ ὁδήγησε «στὴν σωτήριο ὁμολογία».
«Ὁ Θωμᾶς, ἀδελφοί μου, δὲν ἀπορρίφθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἑπομένως, τὸ νὰ ζητάει κάποιος ἀποδείξεις τὸ ἐγκρίνει ὁ Θεός. Καὶ ἐπειδὴ ἀμέσως τὸν ὁμολόγησε Κύριο καὶ Θεό του, ὁ Ἰησοῦς τὸν δέχεται καὶ τὸν εὐλογεῖ. Προσθέτει ὅμως ὅτι θἆναι ἀκόμα πιὸ μακάριοι ὅσοι πίστεψαν πράγματα ποὺ δὲν εἶδαν». «Μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες», ἀφοῦ «πίστις ἐστὶ ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων».
Ἀδελφοί μου, ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς, γιὰ νὰ πιστέψει στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ζητοῦσε νὰ δεῖ, νὰ ψηλαφήσει καὶ νὰ ἀποκτήσει αἰσθητὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. Ὅμως ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἐμπειρία τῶν αἰσθήσεων ἀλλὰ ἐσωτερικὴ πληροφορία, ἐσωτερικὴ κοινωνία μὲ τὸν Χριστό, ποὺ διοχετεύεται καὶ στὸ σῶμα. Ἡ καλὴ ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ εἶναι μία ἀπόδειξη ἀλλὰ καὶ ὑπόδειξη, γιὰ νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴν φυλακὴ τῆς δυσπιστίας καὶ τῆς ἀμφιβολίας μας. Ἡ ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ «τὴν κοσμοσώτειρα τοῦ Θεανθρώπου Ἔγερσιν πιστοῦται»· καὶ ὁ Θωμᾶς τῇ ὁράσει τῶν χειρῶν καὶ  τῆς πλευρᾶς Θεὸν ὡμολόγησε τὸν Κύριον».
Ἀγαπητοὶ μου ἀδελφοί, ὁ Κύριος «οὐ κατέλιπεν βυθιζόμενον βυθῷ ἀπιστίας τὸν Θωμᾶν παλάμας προτείνας εἰς ἔρευναν».
Αὐτὸν ἂς παρακαλέσουμε νὰ μᾶς φωτίσει, ἀφοῦ μὲ τὴν Ἀνάστασή Του «πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια» καὶ ἂς μᾶς συνετίσει, ὥστε ὅπως ὁ Θωμᾶς νὰ ὁμολογοῦμε· «ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου»· δόξα σοι. Χριστὸς Ἀνέστη! ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ Ι.Μ.ΧΙΟΥ ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Σάββατο 7 Μαΐου 2016

Πηγὴ ζωηφόρος Μέσα στὸ φῶς καὶ τὴ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Διακαινησίμου ἑβδομάδος, τὴν ὁ­ποία ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει ὡς μία ἡμέρα, οἱ πιστοὶ ἑορτάζουμε καὶ εὐφραινόμαστε ἀγαλλόμενοι.

Πηγὴ ζωηφόρος


Μέσα στὸ φῶς καὶ τὴ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Διακαινησίμου ἑβδομάδος, τὴν ὁ­ποία ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει ὡς μία ἡμέρα, οἱ πιστοὶ ἑορτάζουμε καὶ εὐφραινόμαστε ἀγαλλόμενοι.

Καὶ γιὰ νὰ μᾶς αὐξήσει ἀκόμα περισσότερο τὴ χαρὰ ἡ μητέρα μας Ἐκκλησία, ὅρισε μία ἡμέρα αὐτῆς τῆς ἑβδομάδος νὰ ἑορτάζεται ἰδιαιτέρως ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ Ζωοδόχος – ἤ, ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁ ἱερὸς Συναξαριστής, Ζωηφόρος Πηγή. Ἔτσι λοιπὸν τὴν Παρασκευὴ τῆς Διακαινησίμου «ἑορτάζομεν τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν καὶ Θεομήτορος, τῆς Ζωηφόρου Πηγῆς· ἔτι δὲ καὶ μνείαν ποιούμεθα τῶν ἐν τούτῳ τελεσθέντων ὑπερφυῶν θαυμάτων παρὰ τῆς Θεομήτορος».

Ὁ ναὸς αὐτὸς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου κτίσθηκε γιὰ πρώτη φορὰ τὸν 5ο αἰώνα ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως Λέοντα Α΄ τὸν Μακέλλη (457-474 μ.Χ.). Αἰτία γιὰ τὸ κτίσιμο τοῦ ναοῦ στάθηκε ἕνα θαῦμα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τὸ ὁποῖο ἔζησε ὁ ἴδιος ὁ βασιλιὰς προτοῦ ἀνέλθει στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο, ὅταν ἀκόμα ἦταν ἁπλὸς στρατιώτης.
Κάποτε λοιπόν, καθὼς ὁ Λέων βάδιζε σ’ ἕνα προάστιο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, συνάντη­σε ἕναν τυφλὸ ποὺ προσ­παθοῦσε νὰ προχωρήσει στὸ δρόμο, ἀναγκαζόμενος ὅμως νὰ προσ­κρούει συνεχῶς σὲ πέτρες καὶ ἄλλα ἐμπόδια. Ἀνέλαβε ὁ ἀγαθὸς στρατιώ­της νὰ τὸν βοηθήσει, καὶ τὸν ὁδήγησε σ’ ἕνα ἄλσος γιὰ νὰ ξεκουραστεῖ. Ὁ τυφλὸς τότε τοῦ διεμήνυσε ὅτι διψοῦσε πολὺ καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ τοῦ βρεῖ λίγο νερὸ νὰ πιεῖ. Ὁ Λέων προχώρησε μέσα στὸ ἄλσος, μήπως καὶ βρεῖ κάποια κρήνη, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν βρῆκε τίποτε. Καθὼς ἐπέστρεφε, ἄκουσε καθαρὰ κάποια γλυκιά, οὐράνια φωνὴ νὰ τοῦ λέει: «Μὴν ἀνησυχεῖς, Λέοντα. Τὸ νερὸ εἶναι κοντά σου». Ἔκανε ξανὰ νὰ γυρίσει ὁ στρατιώτης γιὰ νὰ ψάξει καλύτερα. Κι ἐνῶ πάλι δὲν ἀνακάλυπτε τίποτε, ξανακούει τὴν ἴδια φωνή: «Λέον Βασιλεῦ» (τὸν ἀποκάλεσε βασιλιά, ἐνῶ ἀκόμα δὲν ἦταν), «εἴσελθε ἐδῶ στὸ πυκνὸ τοῦτο σύδενδρο καὶ θὰ βρεῖς νερό. Πάρε μὲ τὶς χοῦφτες σου καὶ δῶσε στὸν τυφλὸ νὰ πιεῖ, καὶ ἐπιπλέον χρίσε τὰ μάτια του μὲ τοῦτο τὸ νερό, καὶ τότε θὰ καταλάβεις ποιὰ εἶμαι ἐγὼ ποὺ ἀπὸ πολὺ καιρὸ κατοικῶ σ’ αὐτὸν ἐδῶ τὸν τόπο». Ἀμέσως τότε ὁ Λέων ἔκανε πράξη τὴν προσταγὴ τῆς Θεοτόκου – διότι δική Της ἦταν ἡ φωνή – καὶ βρῆκε τὴν πηγὴ μὲ τὸ νερό. Καὶ καθὼς ἔχρισε μ’ αὐτὸ τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ, ἐκεῖνος ἀμέσως ἀνέβλεψε καὶ εὐχαριστοῦσε ἐκ ψυχῆς τὴν Εὐεργέτιδά του γιὰ τὸ θαῦμα ποὺ ἐπετέλεσε ἐπάνω του.

Ἡ πρόρρηση τῆς Θεοτόκου ἐπιβεβαιώθηκε, καὶ ὁ Λέων σὲ λίγα χρόνια ἀνακηρύχθηκε αὐτοκράτορας. Τὸ πρῶτο ποὺ σκέφθηκε νὰ κάνει μὲ τὴν ἀνάρρησή του στὸ θρόνο ἦταν νὰ κτίσει ἱερὸ Ναὸ πρὸς τιμήν Της στὸν τόπο ἐκεῖνο ποὺ βρισκόταν ἡ πηγή. Τὸ σχέδιό του ἔγινε πραγματικότητα, καὶ ἀπὸ τότε τὸ νερὸ αὐτὸ ἄρχισε νὰ ἐπιτελεῖ θαύματα ἀναρίθμητα σὲ ὅσους μὲ πίστη πλησίαζαν ἐπικαλούμενοι τὴ χάρη καὶ βοήθεια τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἀρκετοὶ μετέπειτα αὐτοκράτορες καὶ σύζυγοί τους θεραπεύθηκαν ἀπὸ ἀνίατες ἀσθένειες, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ αὐτοκράτωρ Ἰουστινιανός, ὁ ὁποῖος ἀνήγειρε ἀ­κόμα μεγαλύτερο Ναὸ στὴν ἴδια θέση. Πρόκειται γιὰ τὸ ἁγίασμα ποὺ καὶ σήμερα ἀκόμη ἀναβλύζει στὴν Κωνσταν­τινούπολη, στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ζωοδόχου Πηγῆς Βαλουκλῆ, ὅπου καὶ οἱ τάφοι τῶν Πατριαρχῶν. Ἀπὸ ἐκεῖ ἡ ἑορτὴ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς διεδόθη σὲ ὅλα τὰ πλάτη καὶ μήκη τῆς γῆς ὡς ἑορτὴ παγκόσμιος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, ποὺ τελεῖται τὴν Παρασκευὴ τῆς Διακαινησίμου ἑβδομάδος. «Ὑπὲρ σταγόνας ὑετοῦ καὶ ἄστρων καὶ φύλλων πλῆθος τὰ θαύματα» ποὺ ἐπιτελεῖ καὶ σήμερα τὸ ἱερὸ αὐτὸ ἁγίασμα, μάλιστα δὲ σὲ ἀσθένειες οὐρολογικῆς φύσεως.

Μὲ ἱερὸ ἐνθουσιασμὸ ὁ σεπτὸς ὑμνογράφος προτρέπει τοὺς πιστούς: «Ὅ­θεν... προσιόντες ἐν πόθῳ πιστῶς ἀρυσώμεθα ἐκ Πηγῆς ἀνεξάντλητον ρῶσιν, ὄντως ἀθάνατον, δροσίζουσαν σαφῶς τῶν εὐ­σεβῶν τὰς καρδίας». Ἂς πλησιάσουμε, μᾶς προτρέπει, μὲ πίστη καὶ πόθο, καὶ ἂς ἀντλήσουμε ἀπὸ τὴν Πηγὴ ὑγεία ἀνεξάν­τλητη, ἀθάνατη, ποὺ ἀληθινὰ δροσίζει τὶς καρδιὲς τῶν εὐσεβῶν.

Μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, μετὰ τὸ «Τριῴδιον», ἀρχίζει μία περίοδος λειτουργικὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία διαρκεῖ ἐπὶ πενήντα ἡμέρες, μέχρι τὴν ἁγία Πεν­τηκοστή, καὶ γι’ αὐτὸ ὀνομάζεται «Πεντηκοστάριον». Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Πεντηκοσταρίου ἡ κύρια ἔννοια ποὺ διέπει τὰ εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα τῶν Κυριακῶν εἶναι αὐτὴ τοῦ ὕδατος. Πρόκειται γιὰ τοὺς ποταμοὺς τῆς Χάριτος ποὺ ἀπέρρευσαν ἀπὸ τὴ ζωοπάροχο πλευρὰ τοῦ Κυρίου ἐπάνω στὸν τίμιο Σταυρό, καὶ οἱ ὁποῖοι ξεχύθηκαν σὲ ὅλο τὸν κόσμο δυνάμει τῆς θείας Ἀναστάσεως καὶ τῆς ἐλεύσεως στὴν Ἐκκλησία τοῦ Παναγίου Πνεύματος.

Πρώτη αἴσθηση τῶν ζωηρρύτων αὐ­τῶν ναμάτων λαμβάνουμε οἱ πιστοὶ μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, κατὰ τὴν ὁποία ὑμνοῦμε τὴν Θεοτόκο ὡς τὴν Πηγὴ ποὺ μᾶς χάρισε τὰ ζωηφόρα νάματα τῆς Χάριτος μὲ τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὰ παρθενικά Της σπλάχνα. Καὶ μέσα στὴν εὐφροσύνη, ἀγαλλίαση καὶ ἱερὴ τέρψη τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, δροσισμένοι καὶ ἀνακουφισμένοι στὶς καρδιές μας ἀπὸ τὶς ποικίλες θλίψεις μας, συνεορτάζοντες μετὰ τῆς Θεομήτορος «ἐκβοῶμεν χείλεσι· Σὺ εἶ τῶν πιστῶν τὸ παραμύθιον». Ἡ μόνιμη καὶ διηνεκὴς ἀνακούφιση καὶ παρηγοριά μας, Ὑπεραγία Θεοτόκε, Μητέρα μας.

Πηγή: Ο Σωτήρ