Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

Δός ημίν Άγγελον φωτεινόν

«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια και ἡ ζωή, δός ημίν Άγγελον φωτεινόν, ίνα πορεύηται έμπροσθεν ημών, ρυόμενος ημάς, ή εν νυκτί ή εν ημέρα, από παντός κακού και ίνα πνεύματι Θεού αγόμενοι, τρέχωμεν καλώς και μη εις κενόν κοπιώμεν…»

Πηγή: Από το Ευχολόγιο, «Προς την Νίκην» Νοέμβριος 2009

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

Ο παράδεισος, παιδί μου, μυρίζει πολύ καλύτερα


Επειδή ήταν ακίνητος (ο Παπα-Τύχων) πια στο κρεβάτι, γιατί είχε παραδώσει σ΄αυτό τις λίγες του σωματικές δυνάμεις και δεν μπορούσε να σηκωθή να πάη στο Ναό του Τιμίου Σταυρού, όπου λειτουργούσε με ευλάβεια χρόνια ολόκληρα, μου ζήτησε να του φέρω τον Σταυρό από την Αγία Τράπεζα για παρηγοριά.
Όταν είδε τον Σταυρό, γυάλισαν τα μάτια του και, αφού τον ασπάσθηκε με ευλάβεια, τον κρατούσε σφιχτά στο χέρι του με όλη την δύναμη που του είχε απομείνει. Είχα δέσει και ένα κλωνάρι βασιλικό στον Σταυρό και του έλεγα:

Μυρίζει καλά, Γέροντα;
Εκείνος μου απαντούσε:
- Ο παράδεισος, παιδί μου, μυρίζει πολύ καλύτερα. Μια μέρα από εκείνες τις τελευταίες του, είχα βγει έξω, για να του φέρω λίγο νερό. ΄Οταν άνοιξα μετά και μπήκα στο κελλί του, με κοιτούσε παράξενα και μου λέγει: Εσύ, ο Άγιος Σέργιος είσαι;
΄Οχι, Γέροντα, είμαι ο Παϊσιος.
- Τώρα, παιδί μου, ήταν εδώ η Παναγία, ο ΄Αγιος Σέργιος και ο ΄Αγιος Σεραφείμ. Που πήγαν; Κατάλαβα ότι κάτι γίνεται και τον ρώτησα:
-Τί σου είπε η Παναγία;
-Θα περάση η Πανήγυρη και μετά θα με πάρη.

΄Ηταν απόγευμα,παραμονή του Γενεθλίου της Θεοτόκου, 7 Σεπτεμβρίου 1968 και μετά από τρείς ημέρες, στις 10 Σεπτεμβρίου, αναπαύθηκε εν Κυρίω.
Την προτελευταία ημέρα μου είχε πεί ο Γέροντας:
- Αύριο θα πεθάνω και θέλω να μην κοιμηθής, για να σε ευλογήσω.

Εγώ τον λυπόμουνα εκείνο το βράδυ, που κουραζόταν, γιατί συνέχεια τρείς ώρες είχε τα χέρια του επάνω στο κεφάλι μου, με ευλογούσε και με ασπαζόταν για τελευταία φορά.

Για να εκφράση και την ευγνωμοσύνη του για το λίγο νερό που του είχα δώσει στα τελευταία του, μου έλεγε:
– Γλυκό μου Παϊσιο, εμείς, παιδί μου, θα έχουμε αγάπη εις αιώνας αιώνων η αγάπη είναι ακριβή η δική μας. Εσύ θα κάνης ευχή από εδώ, και εγώ θα κάνω από τον ουρανό.
Πιστεύω ότι θα με ελεήση ο Θεός, γιατί εξήντα χρόνια, παιδί μου, καλόγηρος, συνέχεια έλεγα Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.
- Εγώ θα λειτουργώ πια στον Παράδεισο. Εσύ να κάνης ευχή από εδώ, και εγώ θα έρχωμαι κάθε χρόνο να σε βλέπω.

Είναι αλήθεια ότι εκείνες οι δέκα τελευταίες ημέρες, που παρέμεινα κοντά του, ήταν η μεγαλύτερη ευλογία του Θεού για μένα, γιατί βοηθήθηκα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, αφού μου δόθηκε η ευκαιρία να τον ζήσω λίγο από κοντά και να τον γνωρίσω καλύτερα.
– Πέρασαν τρία χρόνια ολόκληρα, χωρίς να μου παρουσιασθή, και αυτό με έβαλε σε λογισμούς: “μήπως έσφαλα σε κάτι;”

Μετά από τρία χρόνια μου έκανε την πρώτη του επίσκεψη. Εάν εννοούσε ο Γέροντας ότι το “….κάθε χρόνο ” θα άρχιζε μετά από τα τρία χρόνια, αυτό με παρηγορεί, γιατί έτσι δεν ήμουν εγώ η αιτία σ΄αυτό το θέμα.

Η πρώτη του λοιπόν φορά ήταν στις 10 Σεπτεμβρίου 1971, βράδυ, μετά το μεσονύκτιο. Ενώ έλεγα την ευχή, βλέπω ξαφνικά τον Γέροντα να μπαίνη στο κελλί!
Πετάχθηκα και του έπιασα τα πόδια και τα φιλούσα με ευλάβεια. Δεν κατάλαβα όμως πως μου ξεγαντζώθηκε από τα χέρα μου και, καθώς έφευγε, τον είδα να μπαίνη στο Ναό και εξαφανίσθηκε. Φυσικά, τα χάνει κανείς εκείνη την ώρα, όταν συμβαίνουν τέτοια γεγονότα. Ούτε και μπορεί να τα εξηγήση αυτά με την λογική, γι΄αυτό και λέγονται θαύματα.

Δεν ξέρω εάν είχε παρουσιασθή σε άλλον, πριν από την πρώτη αυτή επίσκεψη που μου έκανε. Στο κελλί μου πάντως είχε παρουσιασθή και σ΄έναν άγνωστο Μοναχό (πρώην Καρακαλληνό), στον Πατέρα Ανδρέα, ως εξής: Είχε έρθει στο κελλί μου, για να τον εξυπηρετήσω σε κάτι που ήθελε. Φυσικά, ούτε με γνώριζε ούτε και εγώ τον γνώριζα. Περίμενε λοιπόν έξω από το κελλί μου, κάτω από την ελιά, γιατί νόμιζε ότι απουσιάζω. Εγώ ήμουν μέσα στο εργαστήρι και δεν ακουγόμουνα, γιατί βερνίκωνα εικονάκια. Όταν τελείωσα, έψαλα το Αγιος ο Θεός και βγήκα έξω. Μόλις με είδε ο Πατήρ Ανδρέας, ξαφνιάστηκε και μου διηγήθηκε με θαυμασμό το εξής γεγονός:

”Ενώ περίμενα κάτω από την ελιά, είχαν κλείσει τα μάτια μου, αλλά τις αισθήσεις μου τις είχα. Βλέπω λοιπόν, έναν Γέροντα να βγαίνη από εκείνα τα δενδρολίβανα και να μου λέη:

– Ποιόν περιμένεις;
Και εγώ του απάντησα:
– Τον Γέροντα Παϊσιο.
Ο Γέροντας μου είπε:
– Εδώ είναι, και έδειχνε με το δάκτυλο προς το κελλί.
– “Εκείνη την στιγμή που έδειχνε, άκουσα να ψέλνης το Αγιος ο Θεός και βγήκες έξω. Αυτός, Πάτερ Παϊσιε, θα είναι κανένας Άγιος, γιατί τους καταλαβαίνω. Εχω ιδεί και άλλες φορές τέτοια”.

Τότε του διηγήθηκα μερικά για τον Γέροντα και του είπα ότι εκεί στα δενδρολίβανα είναι ο τάφος του.
Νομίζω ότι από τα λίγα αυτά που ανέφερα και από τα λίγα που έγραψα γύρω από τη ζωή του σεβαστού Γέροντος, πολλά θα καταλάβουν όσοι έχουν εσωτερικά βιώματα.
Γέροντος Παϊσίου

Πηγή: Ο Άγιος Ραφαήλ

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014

Κύριε ελέησον!


Χορταράκι ελέησον!
Πουλάκι ελέησον!
Τα πάντα μέσα μου και γύρω μου, και τα μικρά και τα μεγάλα, τα περασμένα και τα άπειρα, και τα απλά και τα αινιγματώδη, και τα σκοτεινά και τα φωτεινά, και το ορατό και το αόρατο, και το θνητό και το αθάνατο, και το καλό και το κακό, το παν και τα πάντα σε όλους τους κόσμους που γνωρίζω και αισθάνομαι, με υποκινούν σε κραυγαλέα προσευχή: Κύριε ελέησον!
Οι πόνοι μας συνοψίζουν όλες τις ανθρώπινες λέξεις σε μια προσευχή και σε μια κραυγή: Κύριε ελέησον!

Στραμμένοι προς Εσέ βρίσκουμε ξεχειλισμένο σ’ όλο το είναι μας, μόνο ένα στεναγμό: Κύριε ελέησον!
Θα θέλαμε να Σου πούμε τον εαυτό μας, αλλά χύνονται τα δάκρυά μας και Σου λέμε όλη την ψυχή μας μέσα σ’ αυτά τα δυο λόγια: Κύριε ελέησον!
Το κάθε κτίσμα έχει την καρδιά του. Και η καρδιά είναι με τούτο καρδιά, γιατί αναστενάζει και τείνει προς Εσέ: Κύριε ελέησον!
Σ’ αυτό το λυπημένο κόσμο ο άνθρωπος δεν έχει μεγαλύτερη ανάγκη από το να ελεηθεί πρώτιστα από Σένα, Κύριε ελέησον!
Και μαζί με Σένα και πίσω από Σένα να τον ελεήσουν όλα τα όντα και όλη η κτίση: Κύριε ελέησον!
Μητέρα ελέησον!
Φίλε ελέησον!
Χορταράκι ελέησον!
Πουλάκι ελέησον!
Όλα τα όντα σε όλους τους κόσμους: Ελεήστε!!! Ελεήστε!!! Ελεήστε!

Πηγή: Ησυχαστήριο Αγίας Τριάδος

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Τὸ μεγάλο στοίχημα ἀνάμεσα σὲ πιστοὺς καὶ σὲ ἀπίστους

Τὰ Μυστικὰ Ἄνθη, ἔκδ. Παπαδημητρίου, Ἀθήνα 1973.

Τὴ Λαμπροδευτέρα τὸ βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, πρὶν νὰ πλαγιάσω γιὰ νὰ κοιμηθῶ, βγῆκα στὸ μικρὸ περιβολάκι ποὺ ἔχουμε πίσω ἀπὸ τὸ σπίτι μας, καὶ στάθηκα γιὰ λίγο, κοιτάζοντας τὸ σκοτεινὸ οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἄστρα.

Σὰν νὰ τὸν ἔβλεπα πρώτη φορά. Μοῦ φάνηκε πολὺ βαθύς, καὶ σὰν νὰ ἐρχότανε ἀπὸ πάνω μία μακρινὴ ψαλμωδία. Τὸ στόμα μου εἶπε σιγανά: «Ὑψοῦτε Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, καὶ προσκυνεῖτε τῷ ὑποποδίῳ τῶν ποδῶν αὐτοῦ». Ἕνας ἁγιασμένος γέροντας μοῦ εἶχε πεῖ μία φορὰ πὼς κατὰ τοῦτες τὶς ὧρες ἀνοίγουνε τὰ οὐράνια. Ὁ ἀγέρας μοσκοβολοῦσε ἀπὸ τὰ λουλούδια κι ἀπὸ τὰ ἁγιοχόρταρα, ποὺ ἔχουμε φυτέψει. «Πλήρης δ᾿ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ τῆς δόξης τοῦ Κυρίου».

Θὰ στεκόμουνα ἔχει πέρα μοναχὸς ὡς τὸ ξημέρωμα. Σὰν νὰ μὴν εἶχα σῶμα, μήτε κανένα δεσμὸ μὲ τὴ γῆ. Ἀλλὰ συλλογίστηκα μήπως ξυπνήσει κανένας μέσα στὸ σπίτι καὶ ἀνησυχήσουνε ποὺ ἔλειπα, καὶ γι᾿ αὐτὸ μπῆκα μέσα καὶ ξάπλωσα.
 
Δὲ μὲ εἶχε θολώσει καλὰ-καλὰ ὁ ὕπνος, δὲν ξέρω ἂν ἤμουνα ξυπνητὸς ἢ κοιμισμένος, καὶ βλέπω μπροστά μου ἕναν ἄνθρωπο μὲ ἀλλόκοτη ὄψη. Ἤτανε κατακίτρινος, σὰν πεθαμένος, μὰ τὰ μάτια του ἤτανε σὰν ἀνοιχτὰ καὶ μ᾿ ἔβλεπε τρομαγμένος. Τὸ πρόσωπό του ἤτανε σὰν μάσκα, σὰν μούμια, μὲ τὸ πετσί του γυαλιστερά, μαυροκίτρινο, καὶ κολλημένο στὸ νεκροκέφαλο μὲ ὅλα τὰ βαθουλώματα. Κοντανάσαινε σὰν λαχανιασμένος· στό ῾να χέρι του βαστοῦσε κάποιο παράξενο πράγμα, ποὺ δὲν κατάλαβα τί ἤτανε, καὶ μὲ τ᾿ ἄλλο ἕσφιγγε τὸ στῆθος του, λὲς καὶ πονοῦσε.

Ἐκεῖνο τὸ πλάσμα μ᾿ ἔκανε ν᾿ ἀνατριχιάσω. τὸ κοίταζα, καὶ μὲ κοίταζε, δίχως νὰ μιλήσει, σὰν νὰ περίμενε νὰ τὸ γνωρίσω. Καὶ στ᾿ ἀλήθεια, μ᾿ ὅλο ποὺ ἤτανε τόσο ἀλλόκοτο, σὰν νὰ μοῦ εἶπε μία φωνή: «Εἶναι ὁ τάδε!». Μόλις ἄκουσα τὴ φωνή, τὸν γνώρισα ποιὸς ἤτανε. Τότε κι ἐκεῖνος ἄνοιξε τὸ στόμα του κι ἀναστέναξε. Μὰ ἡ φωνή του σὰν νὰ ἐρχότανε ἀπὸ πολὺ μακριά, σὰ νά ῾βγαινε ἀπὸ κανένα βαθὺ πηγάδι.

Ἔβλεπα πὼς βρισκότανε σὲ μία μεγάλη ἀγωνία, κι ὑπόφερα κι ἐγὼ μαζί του. Τὰ χέρια του, τὰ πόδια του, τὰ μάτια του, ὅλα φανερώνανε πὼς βασανιζότανε. Ἀπάνω στὴν ἀπελπισία μου, πῆγα κοντά του νὰ τὸν βοηθήσω, μὰ ἐκεῖνος μοῦ ῾κανε νόημα μὲ τὸ χέρι του νὰ σταματήσω.

Ἄρχισε νὰ βογκᾶ, μὲ τέτοιον τρόπο, ποὺ πάγωσα. Ἔπειτα μοῦ λέγει: «δὲν ἦρθα, μὲ στείλανε. Ἐγὼ ὁλοένα τρέμω! Βρίσκομαι σὲ ζάλη μεγάλη. Παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ μὲ λυπηθεῖ. Θέλω νὰ πεθάνω, μὰ δὲ μπορῶ. Ἄχ! Όσα ἔλεγες βγήκανε ἀληθινά. Θυμᾶσαι, λίγες μέρες πρὶν πεθάνω, ποὺ ἦρθες στὸ σπίτι μου καὶ μιλοῦσες γιὰ θρησκευτικά; Ἤτανε καὶ δυὸ ἄλλοι φίλοι μου, ἄπιστοι κι αὐτοὶ σὰν κι ἐμένα. Ἐκεῖ ποὺ μιλοῦσες, ἐκεῖνοι χαμογελούσανε. Σὰν ἔφυγες, μοῦ εἴπανε: Κρίμα, νά ῾χει τέτοιο μυαλό, καὶ νὰ πιστεύει στὶς ἀνοησίες ποὺ πιστεύουνε οἱ γριές! Μία ἄλλη μέρα, σοῦ εἶχα πεῖ ὅπως καὶ πολλὲς ἄλλες φορές: «Βρὲ Φ., μάζευε λεφτά, θὰ πεθάνεις στὴν ψάθα. Βλέπεις ἐγὼ πόσα ἔχω, καὶ πάλι θέλω κι ἄλλα».

Τότε μοῦ εἶπες: «Ἔχεις κάνει συμβόλαιο μὲ τὸν χάρο πὼς θὰ ζήσεις τόσα χρόνια ποὺ θέλεις, γιὰ νὰ καλοπεράσεις στὰ γερατειά σου;». Σοῦ λέγω ἐγώ: «Θὰ δεῖς πόσο χρόνο θὰ πάγω! Τώρα εἶμαι ἑβδομήντα πέντε. Θὰ περάσω τὰ ἑκατό. Ἔχω ἐξασφαλίσει τὰ παιδιά μου, ὁ γιός μου βγάζει λεφτὰ πολλά, τὴν κόρη μου τὴν πάντρεψα μ᾿ ἕναν πλούσιο ἀπὸ τὴν Ἀβησσυνία, ἐγὼ κι ἡ γυναίκα μου ἔχουμε καὶ παραέχουμε.

Ὄχι σὰν κι ἐσένα, ποὺ ἀκοῦς αὐτὰ ποὺ λὲν οἱ παπάδες Χριστιανικὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν. Τί θὰ βγάλεις ἀπὸ τὰ Χριστιανικὰ τὰ τέλη; Παρᾶ νά ῾χεις στὴν τσέπη σου, καὶ μὴ σὲ μέλει. Ἐγὼ νὰ δώσω ἐλεημοσύνη; καὶ γιατί ἔκανε φτωχοὺς ὁ πολυεύσπλαχνος Θεός σας; γιὰ νὰ τοὺς θρέφω ἐγώ; Ἂμ βάζουνε ἐσᾶς καὶ ταΐζετε τοὺς τεμπέληδες, γιὰ νὰ πᾶτε στὸ Παράδεισο! Ἀκοῦς ἐκεῖ Παράδεισο; Ἐγὼ ξέρεις πὼς εἶμαι γιὸς παπᾶ, καὶ τὰ γνωρίζω καλὰ αὐτὰ τὰ κόλπα. Μὰ νὰ τὰ πιστεύουνε αὐτὰ οἱ μικρόμυαλοι. Ὄχι ὅμως κι ἐσύ, ποὺ ἔχεις τέτοια σπουδή, καὶ νὰ πᾶς χαμένος. Ἐσύ, ὅπως πᾶς, θὰ πεθάνεις πρὶν ἀπὸ μένα, θὰ πάρεις καὶ στὸ λαιμό σου τὴν οἰκογένειά σου. μὰ ἐγώ, σοῦ λέγω καὶ σοῦ ὑπογράφω, σὰν γιατρός, ποὺ εἶμαι, πὼς θὰ ζήσω ἑκατὸ δέκα χρόνια».

Λέγοντας αὐτά, στριφογύριζε ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ, σὰν νὰ ψηνότανε ἀπάνω σὲ καμιὰ σκάρα, βγάζοντας κάτι μουγκρίσματα ἀπὸ τὸ στόμα του: «Ἄχ! Οὔχ! Οὔ! Οὔ! Οὔ! Χοῦ!»

Ἡσύχασε γιὰ λίγο καὶ ξαναεῖπε: «Αὐτὰ ἔλεγα, μὰ σὲ λίγες μέρες πέθανα! Πέθανα κι ἔχασα τὸ στοίχημα! Τί ταραχή! Τί τρομάρα τράβηξα!

Σαστισμένος, μία βουλίαζα καὶ μία ἀνέβαινα ἀπάνω, καὶ φώναζα: Ἔλεος! μὰ κανένας δὲν μ᾿ ἄκουγε. Ἕνα ρεῦμα μὲ κλωθογύριζε σὰν νά ῾μουνα κανένα ψόφιο ποντίκι. Τί τράβηξα ὡς τὰ τώρα, καὶ τί τραβῶ. Τί ἀγωνία εἶναι αὐτή!

Ὅλα ὅσα ἔλεγες βγήκανε ἀληθινά. τὸ κέρδισες τὸ στοίχημα. Ἐγώ, τότε ποὺ βρισκόμουνα στὸ κόσμο ποὺ ζεῖς, ἤμουνα ὁ ἔξυπνος. Ἤμουνα γιατρός, κι εἶχα μάθει νὰ μιλῶ καὶ νὰ μ᾿ ἀκοῦνε, νὰ κοροϊδεύω τὴ θρησκεία, νὰ συζητῶ γιὰ χειροπιαστὰ πράγματα. Τώρα ὅμως βλέπω πὼς χειροπιαστὰ εἶναι ἐκεῖνα ποὺ τὰ ἔλεγα παραμύθια καὶ χαρτοφάναρα. Χειροπιαστὴ εἶναι ἡ ἀγωνία ποὺ βρίσκουμε. Ἄχ! Τοῦτος θὰ εἶναι ὁ σκώληξ ὁ ἀκοίμητος, τοῦτος θὰ εἶναι ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων!».

Ἀπάνω σ᾿ αὐτά, χάθηκε ἀπὸ τὰ μάτια μου, κι ἄκουγα μονάχα τὰ βογκητά του, ποὺ καὶ κεῖνα σβήσανε σιγὰ-σιγά. Μὲ πῆρε λίγο ὁ ὕπνος, μὰ σὲ μία στιγμή, κατάλαβα νὰ μὲ σπρώχνει ἕνα παγωμένο χέρι. Ἄνοιξα τὰ μάτια μου, καὶ τὸν βλέπω πάλι μπροστά μου. Τούτη τὴ φορὰ ἤτανε ἀκόμα πιὸ φριχτὸς καὶ πιὸ μικρόσωμος. Εἶχε γίνει ἴσαμε ἕνα βυζανιάρικο παιδάκι, μ᾿ ἕνα μεγάλο γέρικο κεφάλι, ποὺ τὸ κουνοῦσε ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ.

Ἄνοιξε τὸ στόμα του καὶ μοῦ εἶπε: «σὲ λίγη ὥρα θὰ ξημερώσει καὶ θὰ ἔρθουνε νὰ μὲ πάρουνε ἐκεῖνοι ποὺ μὲ στείλανε!» τοῦ λέω:

«Ποιοὶ σὲ στείλανε;». Εἶπε κάτι μπερδεμένα λόγια, δίχως νὰ καταλάβω τίποτα. Ὕστερα μοῦ λέγει: «Ἐκεῖ ποὺ βρίσκομαι εἶναι κι ἄλλοι πολλοὶ ἀπὸ κείνους ποὺ σὲ περιπαίζανε γιὰ τὴν πίστη σου, καὶ τώρα καταλάβανε πὼς οἱ ἐξυπνάδες δὲν περνοῦνε παραπέρα ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο. Εἶναι καὶ κάποιοι ἄλλοι ποὺ τοὺς ἔκανες καλό, κι αὐτοὶ σὲ κακολογούσανε. Κι ὅσο τοὺς συχωροῦσες, τόσο αὐτοὶ γινότανε χειρότεροι. Γιατὶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἀντὶ νὰ τὸν κάνει ἡ καλοσύνη νὰ χαίρεται, αὐτὸς πικραίνεται, ἐπειδὴ τὸν κάνει νὰ νοιώθει τὸν ἑαυτό του νικημένο.

Τοῦτοι βρίσκονται σὲ χειρότερη κατάσταση ἀπὸ μένα, καὶ δὲ μποροῦνε νὰ βγοῦνε ἀπὸ τὴ σκοτεινὴ φυλακή τους γιὰ νά ῾ρθουνε νὰ σὲ βροῦνε, ὅπως ἔκανα ἐγώ. Βασανίζονται πολὺ σκληρά, γιατὶ δέρνονται μὲ τὴ μάστιγα τῆς ἀγάπης, ὅπως εἶπε ἕνας ἅγιος.

Πόσο ἀλλιώτικος εἶναι ὁ κόσμος ἀπ᾿ ὅ,τι τὸν βλέπαμε!

Ἀνάποδος ἀπὸ τὴν ἔξυπνη ἀντίληψή μας. Τώρα καταλάβαμε πὼς ἡ ἐξυπνάδα μας ἤτανε βλακεία, οἱ κουβέντες μας πονηρὲς μικρολογίες, κι οἱ χαρές μας Ψευτιὰ καὶ ἀπάτη.

Ἐσεῖς ποὺ ἔχετε στὴν καρδιά σας τὸ Χριστό, καὶ ποὺ γιὰ σᾶς ὁ λόγος του εἶναι ἀλήθεια, ἡ μονάχη ἀλήθεια, ἐσεῖς κερδίσατε τὸ Μεγάλο Στοίχημα, ποὺ μπαίνει ἀνάμεσα στοὺς πιστοὺς καὶ στοὺς ἀπίστους, αὐτὸ τὸ στοίχημα ποὺ τὸ ἔχασα ἐγὼ ὁ ἐλεεινός, καὶ χάθηκα, καὶ τρέμω κι ἀναστενάζω, καὶ δὲ βρίσκω ἡσυχία: Ἀληθινά, στὸν ᾍδη δὲν ὑπάρχει πιὰ μετάνοια. Ἀλίμονο σ᾿ ὅσους πορεύονται ὅπως πορευθήκαμε ἐμεῖς, τὸν καιρὸ ποὺ εἴμαστε ἀπάνω στὴ γῆ. Ἡ σάρκα μας εἶχε μεθύσει, καὶ ἐμπαίξαμε ἐκείνους ποὺ πιστεύανε στὸ Θεὸ καὶ στὴ μέλλουσα ζωή, κι ὁ πολὺς κόσμος μας χειροκροτοῦσε. Σᾶς λέγαμε ἀνόητους, σᾶς κάναμε περίπαιγμα, κι ὅσο ἐσεῖς δεχόσαστε μὲ καλοσύνη τὰ πειράγματά μας, τόσο μεγάλωνε ἡ δική μας ἡ κακία.

Βλέπω καὶ τώρα πόσο θλιβόσαστε ἀπὸ τὸ φέρσιμο τῶν κακῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ πὼς δεχόσαστε μὲ ὑπομονὴ τὶς φαρμακερὲς σαΐτες ποὺ βγάζουνε ἀπὸ τὸ στόμα τους, λέγοντάς σας ὑποκριτές, θεομπαῖχτες καὶ λαοπλάνους. Ἂν βρισκότανε, οἱ δυστυχεῖς στὴ θέση ποὺ βρίσκομαι τώρα, καὶ βλέπανε ἀπὸ δῶ ποὺ βλέπω, θὰ τρομάζανε γιὰ ὅ,τι κάνουνε. Θέλω νὰ φανερωθῶ σ᾿ αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς πῶ ν᾿ ἀλλάξουνε δρόμο, μὰ δὲν ἔχω τὴν ἄδεια, ὅπως δὲν τὴν εἶχε κι ἐκεῖνος ὁ πλούσιος καὶ γιὰ τοῦτο παρακαλοῦσε τὸν Πατριάρχη Ἀβραὰμ νὰ στείλει τὸ φτωχὸ τὸ Λάζαρο. Μὰ καὶ ἐκεῖνον δὲν τὸν ἔστειλε, καὶ τοῦτο, γιὰ νὰ γίνουνε ἴδια ἄξιοι τῆς καταδίκης ὅσοι ἁμαρτάνουνε, κι ἄξιοί της σωτηρίας ὅσοι πορεύονται τὴ στράτα τοῦ Θεοῦ.

«Ὁ ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι, καὶ ὁ ρυπαρὸς ῥυπαρευθέτω ἔτι, καὶ ὁ δίκαιος δικαιοσύνη ποιησάτω ἔτι, καὶ ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι».

Μ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια, τὸν ἔχασα ἀπὸ μπροστά μου.

Πηγή: Θησαυρός Γνώσεων και Ευσέβειας

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2014

Διεκπεραιωταί τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ

ΣΤΑ περισσότερα ἔργα τῶν ἀνθρώπων πρωτεύοντα ρόλο παίζει τό φοβερό πάθος τῆς ὑπερηφάνειας. Δραστηριοποιοῦνται οἱ ἄνθρωποι γιά νά ἱκανοποιήσουν τό «ἐγώ» τους. Νά δείχνουν τά ἔργα τους καί νά χαίρονται.  Νά τούς ἐπαινεῖ ὁ κόσμος καί αὐτοί νά καμαρώνουν. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος πού πολλά γίνονται, ὄχι γιά νά καλύψουν ἀνάγκες, ἀλλά γιά νά ἐντυπωσιάσουν ἐκείνους πού τά παρακολουθοῦν.
Ἔτσι κινοῦνται οἱ κοσμικοί, χωρίς αὐτό νά σημαίνει ὅτι καί στούς χριστιανούς δέν παρατηρεῖται τό φαινόμενο. Ἀκόμα καί στούς μοναχούς βλέπουμε ἔργα ματαιοδοξίας. Χτίζουν περίτεχνα καί ἐντυπωσιακά μοναστήρια, ἀδιαφορώντας γιά τούς ἀδελφούς τους, πού εἶναι φτωχοί καί δέν ἔχουν οὔτε τά στοιχειώδη τῆς ζωῆς. Σέ τελευταία ἀνάλυση τά ἔργα τους εἶναι γιά τά μάτια τοῦ κόσμου καί ὄχι γιά τίς δικές τους ἀνάγκες. Ἐάν πράγματι πίστευαν ὅτι ὁ σκοπός τῆς παρούσης ζωῆς εἶναι ἡ ἀπόκτηση τῆς μελλούσης, δέν θά καταπονοῦνταν μέ περιττές οἰκοδομές καί δέν θά ἐπαιτοῦσαν, γιά νά συγκεντρώσουν μεγάλα ποσά προκειμένου νά ὑλοποιήσουν τά μεγαλεπίβολα σχέδιά τους. Λείπει, δυστυχῶς, ἡ ταπείνωση καί ἡ αἴσθηση τοῦ τί συμβαίνει γύρω τους.
 
Οἱ πιστοί ἄνθρωποι ὅλα τά ἀποδίδουν στό Θεό καί ἀρνοῦνται νά οἰκειοποιηθοῦν τά δῶρα του. Ὅλα ὅσα χρησιμοποιοῦν στή ζωή τους καί ὅσα διαχειρίζονται τά θεωροῦν προσφορά τοῦ Θεοῦ καί ὄχι δικά τους ἀποκτήματα. Γι᾿ αὐτό καί δέν ὑπερηφανεύονται.
Αὐτή τήν ἱερή αἴσθηση εἶχε καί ὁ ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης, ὁ ὁποῖος διακρινόταν γιά τή βαθιά του ταπείνωση. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ ἀπάντηση πού ἔδωσε σέ κάποιον ἐπισκέπτη του, ὅταν τόν ρώτησε ἄν μπαίνει στόν πειρασμό τῆς ὑψηλοφροσύνης ἐξ αἰτίας τοῦ πλήθους τῶν ἀνθρώπων πού τόν ἀναζητοῦν καί τόν ἐπισκέπτονται: «Πές ὅτι εἶμαι στίς Καρυές καί ὁ Γέροντάς μου μοῦ ἔδωσε ἕνα κατοστάρικο νά πάρω λουκούμια γιά τό κελί. Δικά μου εἶναι τά λεφτά, γιά νά ὑπερηφανευθῶ;».
Ὁ ἅγιος Πορφύριος χτυποῦσε τόν πειρασμό τῆς ὑψηλοφροσύνης μέ μία ἁπλῆ σκέψη καί συνέχιζε νά προσφέρει στούς πολυπληθεῖς ἐπισκέπτες του ὅ,τι εἶχε, ἤ καλύτερα ὅ,τι τοῦ ἔδινε ὁ Θεός, εἴτε αὐτά ἦταν ὑλικά ἀγαθά εἴτε πνευματικές νουθεσίες καί θαυματουργικές παρεμβάσεις. Στόν ἴδιο δέν ἀνῆκε τίποτα. Διεκπεραίωνε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μοίραζε τά δῶρα τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους καί ἡ αἴσθηση αὐτή τόν κρατοῦσε στήν ταπείνωση. Ἐάν ὑψηλοφρονοῦσε, ὅλα θά ἀνατρέπονταν καί θά ἔχανε τήν εὔνοια τοῦ Θεοῦ.
Τήν ἴδια αἴσθηση πρέπει νά ἔχουν ὅλοι οἱ χριστιανοί. Νά εἶναι δραστήριοι στήν ἀγάπη καί ἀδρανεῖς στήν ὑπερηφάνεια. Νά εἶναι οἱ ταπεινοί ἐργάτες τοῦ Θεοῦ.

Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση

Πηγή: (Ορθόδοξος Τύπος, 31/10/2014), Ακτίνες

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

Καταφυγή στα προβλήματα


Μιλώ στη Γλυκοφιλούσα,όταν μου λείπει η αγάπη των δικών μου!

Παρακαλώ την Οδηγήτρια, για να μην χάσω τον δρόμο μου!

Κλαίω μπροστά στην Παυσολύπη, όταν ο ουρανός μου είναι μάυρο!

Δέομαι στην Γοργουπήκοο, γιατί το πρόβλημα »δεν παίρνει»άλλο!

Γονατίζω στην Παραμυθία, όταν οι λύπες είναι αβάσταχτες και πολλές!

Χαμογελώντας παρακαλώ την Πάντων Χαρά, όταν η χαρά μου είναι μακρινό όνειρο!

Κοκκινίζοντας εκλιπαρώ το Ρόδον το Αμάραντο, για την χαμένη μου ντροπή!

Κι αν η μάνδρα της ψυχής μου απειληθεί,κρούω στην Πορταίτισσα!

Δοξολογώντας τον Κύριο, ψάλλω μπροστά στο Άξιον Εστί!

Ευχαριστώντας τον Θεό για όσα μου έδωσε, ζητώ από την Παναγία Δεξιά να του το πει!

Κι όταν θέλω το »χάδι»του Θεού μου,»κλείνω το μάτι» στην Μεσίτρια

Αλλ’οταν δεν αντέχω τον θρήνο των αδελφών, ζητώ από την Θρηνωδούσα να κλαύσω μαζί της!

Κι όσες φορές ως άλλοι »Φιλισταίοι» εχθρικά σύννεφα πυκνώνουν στον ουρανό της πατρίδας μου, ικετεύω την Αγία Σκέπη

Κι ως μάνα του κόσμου όλου Βρεφοκρατούσα, Σε ικετεύω για τις μάνες!

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Ύμνοι προς την Παναγία
(τούς ὁποίους μᾶς παρέδωσε ὁ ὅσιος Γέροντας Παναής ὁ ἐκ Λύσης)
«Ἡσαία Χόρευε»
Ἦχος πλ.α΄

Ἄσπιλε ἀμόλυντε Παναγία Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, προσφέρειν σοι ὠδάς πόθου ἐκ ψυχῆς, ἠρξάμην Πανάμωμε, ἐκλιπαρῶν δός μοι τήν ἰσχύν ἵν’ ἐπαξίως σε, ἀνυμνήσω Παναγία μου.

Βέλη κατετρώθη μου τῆς ἀγάπης πόθω ἡ ψυχή, καί ἔδραμεν Ἁγνή, ὡς ἀσματική νεάνις ὀπίσω σου, παρακαλῶ φάνηθι καμοί καί τάς ἀγκάλας σου, ἄνοιξόν μοι Παναγία μου.

Γνούς τήν εὐσπλαχνίαν σου, καί τό ἄμετρον τῶν οἰκτιρμῶν, κατέφυγον εἰς σέ, τόν πανασφαλῆ λιμένα Πανάμωμε, τίς γάρ Ἁγνή θέλει ὥσπερ σύ τήν σωτηρίαν μου, ἥν καί δός μοι Παναγία μου.

Δέσποινα Πανάμωμε μή ἀπώσῃ μου τούς στεναγμούς, βοήθει μοι Ἁγνή, ἵνα λυτρωθῶ κακῆς συνηθείας μου καί τῶν δεινῶν φαύλων ἐννοιῶν καί τῷ Νυμφίῳ μου, ἅρμοσόν με Παναγία μου.

Ἔχεις ὡς Βασίλισσα ἐξουσίαν πᾶσαν καί ἰσχύν· οὐδέν ἀδυνατεῖ σου τῇ προσταγῇ, διό σοι προσπέφευγα, τοῦ πονηροῦ ρῦσαι μέ Ἁγνή, καί τῆς κολάσεως, λύτρωσέ με Παναγία μου.

Ζῆλον πρός τό ἔνθεον ἕλκυσόν με μῆτερ τῆς Ζωῆς, εὐθείαν εἰς ὁδόν εὔθυνον καμοῦ τούς πόδας Πανάμωμε, οὐκ ἔχω γάρ πλήν σου βοηθόν τῇ παρακλήσει μου, κάμφθητί μοι, Παναγία μου.

Ἥλιέ μου πάγχρυσε, ὁδηγέ μου δόξα μου χαρά· ἡ μόνη μου ἐλπίς καί καταφυγή καί μήτηρ φιλόστοργος τόν τῆς ψυχῆς πόθον μου Ἁγνή δέξαι καί σῶσόν με, τό σόν τέκνον Παναγία μου.

Θέαμα λαπρότατον, ὑπερβαῖνον νοῦν τῇ καλλονῇ, ἀγγέλων χαρμονή δόξα οὐρανῶν, Ἁγίων ἀγλάισμα, τό ποθητόν καί θεοειδές   βλέπειν σου πρόσωπον ἐκεῖ, δός μοι Παναγία μου.

Ἰλάθη Παντάνασσα ἐλεήμων Μῆτερ ἀγαθή, τοῦ πλήθους τῶν κακῶν μου ὡς συμπαθής σοῦ δέομαι πλῦνόν με καί ἐν καιρῷ δίκης τῆς φρικτῆς Δέσποινα ρῦσαι με, τῆς γεένης Παναγία μου.

Κλῖνον ὑπεράμωμε, σοῦ τό θεῖον οὕς εἰς τήν ἐμήν, παράκλησιν Ἁγνή, καί δαιμονικῆς δεινῆς ἀπογνώσεως καί ἀλγεινῆς ρύσαι μέ φλογός, σύ γάρ εἶ ἔλεος, καί ἐλπίς μου Παναγία μου.

Λύπης με ἐκλύτρωσαι, ἡ τεκοῦσα Μῆτερ τήν χαράν, Χριστόν τόν τῶν ψυχῶν θεῖον ἐραστήν, κἀμέ χαροποίησον, ἡ χαρμονή καί ὁ γλυκασμός τῶν ἀγαπώντων σε, ἐκ καρδίας Παναγία μου.

Μή ἐγκαταλείπῃς με ἡ ἐλπίς μου καί καταφυγή, εἰ γάρ καί ἀπορῶ πάσης ἀρετῆς ἀλλ’ οἶδας τόν πόθον μου, καί τήν πρός σέ ἔφεσιν ἁγνή τῇ ἀσθενεία μου, δός τήν ρῶσιν Παναγία μου.

Νεῦσον ἱλαρότητί σου τό θεῖον ὄμμα τό γλυκύ καμοί τῷ ταπεινῷ, ὅταν ἡ ψυχή τῶν τῇδε χωρίζεται. Πρόσχες Ἁγνή πρόφθασον με σύ, καί τῶν τελωνείων με φρικτῶν ρῦσαι Παναγία μου.

Ξένος καί ἐξόριστος ἐγενόμην τῆς ἀγαπητῆς πατρίδος μου, διό, κλαίω καί θρηνῶ, Πανάχραντε Δέσποινα, ἄρα λοιπόν πάλιν εἰς αὐτήν ἀξιοθήσομαι ἐπιστρέψαι Παναγία μου.

Ὅλην μου τήν αἴσθησιν καί καρδίαν σπλάχνα καί τόν νοῦν, ἐξέκαυσεν ὁ σός πόθος ἀγαθή, Μαρία Κυρία μου, παρακαλῶ Μῆτερ ἐκ ψυχῆς, μή καταισχύνῃς με, ἐν τῇ κρίσει Παναγία μου.

Πάγχρυσον παλάτιον βασιλέως τοῦ τῶν Οὐρανῶν ὁλόφωτε Ἁγνή δόξα τοῦ παντός τοῦ κόσμου βασίλισσα, ἀδυνατεῖ γλῶσσα τῶν βροτῶν τά μεγαλεῖα σου, ἀναμνῆσαι Παναγία μου.

Ρήτορες πολύφθογγοι, μεγαλεῖα δόξαν τε τήν σήν, ὑμνῆσαι οὐδαμῶς σθένουσιν, σεμνή Κυρία Παντάνασσα, τά Χερουβείμ γάρ καί Σεραφείμ, σύμπαν τε ποίημα, ὑπερέβης Παναγία μου.

Σῶσον σωτηρία μου σῶσον Μῆτερ, σῶσόν με Ἁγνή, σωθῆναι γάρ ποθῶν ἔδραμον πρός σέ τήν σώζουσαν Δέσποινα, διηνεκῶς σῶσόν με βοῶν, σέ σωτηρίαν μου γάρ, γινώσκω Παναγία μου.

Τά δεινά μου πταίσματα μή εἰς νοῦν βαλών ὁ μιαρός, τολμήσω ἀναιδῶς ὁ πανευτελής τῇ σκέπῃ σου ἔδραμον, παρακαλῶ δός μου τοῦ λοιποῦ μετανοῆσαί με, κατ’ ἀξίαν Παναγία μου.

Ὑπέρ ψάμμον Δέσποινα τήν σήν χάριν, καί τούς οἰκτιρμούς ἁπλοῦσαν ἀφειδῶς πᾶσι τοῖς πιστοῖς, ὡς ἔγνων ὁ δείλαιος τετολμηκώς ἔδραμον πρός σέ, πλήν σοῦ βοήθειαν, μή εὑρίσκω Παναγία μου.

Φεῖσαι Μῆτερ φεῖσαι μου, μή βδελύξῃ μέ τόν δυστυχῆ, ἐν ὥρᾳ τῇ φρικτῆ τῆ τοῦ χωρισμοῦ ψυχῆς ἐκ τοῦ σώματος, φθάσασα σύ τούς ὀδυνηρούς δίωξον δαίμονας, σώζουσά με Παναγία μου.

Χεῖρας, ὄμμα, πρόσωπον, τήν καρδίαν, σκέψιν καί φωνήν, διάνοιαν καί νοῦν, Πνεῦμα καί ψυχήν, πρός σέ αἴρω Δέσποινα, κλῖνον καμοί σοῦ τό ἱλαρόν δέομαι πρόσωπον, πρόσδεξαι με Παναγία μου.

Ψάλλειν σοι ἐκ στόματος ἀναξίου λήρου καί πτωχοῦ, ἐτόλμησα θαρρῶν εἰς τήν πρός ἡμᾶς Ἁγνή εὐσπλαχνίαν σου, τόν τῆς ψυχῆς πόθον ἀγαθή, σύ μου ἐνίσχυε, τοῦ ὑμνεῖν σε Παναγία μου.

Ὦ πανυπερθαύμαστε Παναγία Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, Παρθένε Μαριάμ δόξα Οὐρανῶν, ὦ νύμφη ἀνύμφευτε, τήν ταπεινήν σῶσόν μου ψυχήν ἵνα δοξάζω σε εἰς αἰῶνας Παναγία μου.